Tag Archives: ήττα

ΤΟ ΑΡΘΡΟ ΤΗΣ ΗΜΕΡΑΣ : «Η ήττα της πολιτικής»


Διαβάστε ένα άρθρο για την διατάραξη των ισορροπιών μεταξύ αγορών και πολιτικής. Πώς οι αγορές νίκησαν τις βραδυκίνητες αντιδράσεις των εθνικών και υπερεθνικών δρώντων

Μανόλης Μαυροζαχαράκης

Η τρέχουσα οικονομική κρίση διατάραξε την ισορροπία μεταξύ των αγορών και της πολιτικής.

Ειδικότερα η ατελείωτη σπέκουλα που ζήσαμε τα τελευταία χρόνια γύρω από πτωχεύσεις χωρών, εκφράζει την αποτυχία της παγκόσμιας πολιτικής και την ήττα της μπροστά στην δύναμη των αγορών.

Οι αγορές νίκησαν διότι εκμεταλλεύτηκαν με την ταχύτητα, τον συντονισμό και την αποφασιστικότητα που τις διακρίνει τις βραδυκίνητες, κατακερματισμένες, αντιφατικές και διστακτικές αντιδράσεις των εθνικών και υπερεθνικών δρώντων απέναντι στην οικονομική κρίση.

Χωρίς καμία αμφιβολία αγνοήθηκε από τους πολιτικούς ιθύνοντες σε παγκόσμιο και σε εθνικό επίπεδο τόσο την έκταση της οικονομικής κρίσης όσο και την ένταση της. Αυτό συνέβη διότι δεν είχαν συγκροτηθεί οι ενδεδειγμένοι μηχανισμοί  προειδοποίησης ώστε να προβλεφτούν οικονομικές κρίσεις, ούτε υπήρχαν έτοιμα πολιτικά εργαλεία αντιμετώπισης.

Αντίθετα, υπό την έντονη επίδραση της  νεοφιλελεύθερης ευφορίας που επικράτησε από την δεκαετία του 80 και μετά, χαλάρωσε η εποπτεία του χρηματοπιστωτικού τομέα , επεκτάθηκε με ένταση η απορρύθμιση της αγοράς υποτίθεται για να μπορεί να αυτορυθμίζεται εξασφαλίζοντας τις απαραίτητες ισορροπίες και επετράπη η συσσώρευση υπέρμετρου δημόσιου και ιδιωτικού χρέους.

Αντί όμως να επέλθουν οι εικαζόμενες ισορροπίες στο τρίγωνο «οικονομία-κοινωνία-πολιτική», οι χρηματαγορές αυτονομήθηκαν ανακαλύπτοντας και ακολουθώντας ακόμη πιο προσοδοφόρους τρόπους κερδοσκοπίας.

Επί της ουσίας αποσυνδέθηκαν εντελώς από την πραγματική οικονομία και από τα ρυθμιστικά πεδία της πολιτικής.

Ως αποτέλεσμα όλων αυτών των εξελίξεων ανέκυψε η αδυναμία των   διακρατικών και υπερεθνικών θεσμών , αλλά και των εθνικών κρατών να καθορίσουν τις εξελίξεις. Απεναντίας, οι εξελίξει καθορίστηκαν από τους λεγόμενους  κερδοσκόπους που οδήγησαν την παγκόσμια οικονομία σχεδόν ανενόχλητα στο χείλος της καταστροφής.

Η πολιτική ως διαδικασία και οι κυβερνήσεις ως αντιπροσωπευτικοί θεσμοί, αντί να ρυθμίσουν τον χρηματοπιστωτικό τομέα και να τον θέσουν αποτελεσματικά στην υπηρεσία της πραγματικής οικονομίας, υποτάχτηκαν στις χρηματοπιστωτικές αγορές.

Αντί να φροντίσουν για ένα δίκαιο εισόδημα του κόσμου και μια συνετή αναδιανομή υποβάλλοντας παράλληλα τις χρηματοπιστωτικές αγορές σε έναν αποτελεσματικό μηχανισμό ελέγχου, ο οποίος θα απαγόρευε κάθε είδους κερδοσκοπίας με ύποπτα παράγωγα και χρηματιστηριακά προϊόντα και θα φορολογούσε αποτελεσματικά τις οικονομικές συναλλαγές στα χρηματιστήρια, τόσο οι  κυβερνήσεις όσο και οι υπερεθνικοί θεσμοί  αρκέστηκαν  στην τιμωρία «δημοσιονομικά απείθαρχων» κρατών.

Σε αντίθεση με την ευφορία εκείνων των πολιτικών και οικονομικών παραγόντων που  χειροκρότησαν τις χρηματοπιστωτικές καινοτομίες των τελευταίων δεκαετιών φαίνεται ωστόσο να επιβεβαιώθηκε ο σκεπτικισμός του Paul Volcker, πρώην προέδρου της αμερικανικής Federal Reserve, που επισήμανε ότι η μόνη πραγματικά χρήσιμη καινοτομία της περασμένης εικοσαετίας στον χρηματοπιστωτικό τομέα , ήταν η μηχανή ανάληψης μετρητών.

Εν προκειμένω ο Paul Volcker βαθμολογεί τα στελέχη των χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων κάτω από τη βάση, με μια άνευ προηγουμένου κριτική.

«Για όλους τους ταλαντούχους  συμμετέχοντες, για όλες τις  πλουσιοπάροχες απολαβές τους»,  υποστήριξε  το «νέο αστραφτερό  χρηματοπιστωτικό σύστημα απέτυχε  στο τεστ της αγοράς».          Η εξαφάνιση άλλωστε των πέντε μεγάλων αμερικανικών επενδυτικών τραπεζών, είτε λόγω πτώχευσης είτε λόγω μετατροπής σε εμπορικές τράπεζες, είναι μια ισχυρή απόδειξη ότι η Wall Street απέτυχε στο «τεστ της αγοράς».

Η κριτική συσχετίζεται με κατηγορίες για τους κερδοσκόπους, τα άπληστα στελέχη της Wall Street και την ιδεολογία της ελεύθερης αγοράς.

Το πιο πρόσφατο αποτέλεσμα της λογικής των αγορών που επικράτησε είναι η επιβολή μιας κατηγορηματικής προτακτικής λιτότητας σε όλη την Γηραιά Ήπειρο, όπως εκφράζεται με τα προγράμματα διάσωσης στην νότια Ευρώπη και στην Ιρλανδία καθώς και με το νεότευκτο δημοσιονομικό σύμφωνο.

Η λογική της «σωτηρίας» έπνιξε στην ύφεση όλη την Ευρώπη ενώ παράλληλα αύξησε την  εισοδηματική και κοινωνική ανισότητα μέσα από την συμπίεση μισθών συντάξεων και κοινωνικών παροχών.

Το όφελος αποκομίζεται από τους εύπορους διεθνής παίκτες των αγορών που κατά κάποιο τρόπο έχουν εγκαθιδρύσει την δική τους παγκόσμια κερδοσκοπική διακυβέρνηση του πλανήτη, η οποία δεν χρειάζεται απολύτως καμία νομιμοποίηση μέσω εκλογών αλλά λειτουργεί με την μοναδική ορθολογική αρχή μεγέθυνσης  του κέρδους και μείωσης του κόστους.

O έγκριτος οικονομολόγος Barry Eichengreen προ πολλού είχε προειδοποιήσει για τρεις σημαντικές πολιτικές προκλήσεις που θα έπρεπε άμεσα να αντιμετωπίσει η Ευρώπη.

Πρώτον πρέπει να αντιμετωπιστεί επειγόντως η κρίση ρευστότητας των τραπεζών για να μην βρεθούν ξαφνικά στο επίκεντρο μιας καταιγίδας. Η αναχρηματοδότηση των τραπεζών κατά την άποψη του μπορεί να γίνει, εάν το ταμείο διάσωσης  EFSF δανείσει τις χώρες που έχουν κεφαλαιακή ανεπάρκεια προς ενίσχυση των τραπεζών τους. Εάν όμως χρειαστούν περαιτέρω κεφάλαια, θα μπορούσε το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο να δημιουργήσει ειδικά εργαλεία αναχρηματοδότησης των τραπεζών μέσα από πόρους του ΔΝΤ αλλά και αντλώντας  κεφάλαια προερχόμενα από  τις ασιατικές κυβερνήσεις ή άλλα εύρωστα ταμεία.

Η δεύτερη σημαντική πρόκληση είναι να υπάρξει επιτέλους ένα πεδίο αναπνοής στην Ελλάδα. Οι Έλληνες πολίτες καταβάλουν κατά την άποψη του μια υπεράνθρωπη προσπάθεια για να σταθεροποιηθούν τα δημοσιονομικά τους και να αναδιαρθρωθεί η οικονομία τους.

Επειδή όμως οι διάφορες κυβερνήσεις αδυνατούσαν  να πιάσουν  τους δημοσιονομικούς τους στόχους, λόγω της τεράστιας εσωτερικής ύφεσης και λόγω της παγκόσμιας οικονομικής κατάρρευσης παρά αποκλειστικά από δικά της λάθη, πρέπει να υπάρξει ένας ορισμένος χρόνος ανοχής.

Σε κάθε περίπτωση πρέπει να αποτραπεί μια διάθεση ανάσχεσης της παρεχόμενης βοήθειας προς την χώρα λόγω δημοσιονομικής αστοχίας. Ειδάλλως η Ελλάδα θα οδηγηθεί σε μια άτακτη χρεοκοπία και σε κοινωνικοπολιτικό χάος.

Έχει μεγάλο ενδιαφέρον ότι ο Eichengreen ανήγαγε πρώτος το ελληνικό πρόβλημα σε κεντρικό ζήτημα προς επίλυση μέσα στην διεθνή πολιτική ατζέντα, προτείνοντας μάλιστα και συγκεκριμένα μέτρα όπως η χαλάρωση των δημοσιονομικών στόχων από τους δανειστές της χώρας και η άμεση έναρξη του λεγόμενου σχεδίου Μάρσαλ για την Ελλάδα.

Η τρίτη πρόκληση είναι η επανεκκίνηση της οικονομικής ανάπτυξης από την οποία τελικά εξαρτάται και η οικονομική και κοινωνική σταθερότητα σε όλη την Ευρώπη. Χωρίς ανάπτυξη τα φορολογικά έσοδα θα παραμείνουν μειωμένα και η ικανότητα ικανοποίησης των χρεών θα συρρικνώνεται. Χωρίς ανάπτυξη τονίζει ο οικονομολόγος η λιτότητα θα καταστεί απολύτως μη ανεκτή.

Με λίγα λόγια ο Εichengreen πρότεινε  ένα διαφορετικό  στίγμα πολιτικής που στον όρο βιωσιμότητα εντάσσει  και τους  ανθρώπους  και όχι μόνο τους αριθμούς. Όπως φαίνεται από τις εξελίξεις ο Εichengreen δικαιώθηκε.

Σε μία όμοια κατεύθυνση ανέπτυξε  τα επιχειρήματα του και ο Γερμανός οικονομολόγος Heiner Flassbeeck, επικεφαλής οικονομολόγος του οργανισμού των Ηνωμένων Εθνών για το παγκόσμιο εμπόριο και την Ανάπτυξη (UNCTAD). Κατά την άποψη του η Ελλάδα έχει κάνει τα πάντα  για να απελευθερωθεί από την κρίση. Είναι όμως αδύνατον μια χώρα να κάνει περιστολές και να εφαρμόζει λιτότητα σε μια περίοδο ύφεσης χωρίς να βλάψει τραγικά την οικονομία της.

Σχολιάζοντας τις αναφορές εκείνων των Γερμανών πολιτικών με ανθελληνικό πνεύμα ο οικονομολόγος αντέτεινε να δοθεί χρόνος στην Ελλάδα για να ανακάμψει και σύστησε στους γερμανούς πολιτικούς απλά να κλείσουν στόμα τους διότι οι δηλώσεις τους προκαλούν  τεράστια ζημιά στην χώρα μας οδηγώντας την σχεδόν στο απόλυτο αδιέξοδο.Όπως δείχνουν οι εξελίξεις και ο Flassbeck δικαιώθηκε.

Ακόμη περισσότερο δικαιώθηκε ο νομπελίστας Stiglitz πιυ από την αρχή της κρίσης ζητούσε την “εξημέρωση των χρηματοπιστωτικών αγορών την εποχή  της λιτότητας”, θεωρώντας ότι τα γεράκια των ελλειμμάτων που εδρεύουν στις χρηματοπιστωτικές αγορές επιθυμούν τα κράτη να επικεντρωθούν στην αποδιάρθρωση των ελλειμμάτων , μέσα από την μείωση των δαπανών για να αποκατασταθεί η εμπιστοσύνη των αγορών και ως εκ τούτου να τονωθεί η επενδυτική δραστηριότητα.

Ο Stiglitz δεν κουράστηκε να τονίζει ότι την τελευταία φορά που ασκήθηκαν με συνέπεια τέτοιες πολιτικές από τον Hoover, το κράχ του 1929, μετατράπηκε σε παγκόσμια οικονομική κρίση, που αρχικά εκφράστηκε με τον αποπληθωρισμό και στην συνέχεια με την ραγδαία ύφεση.

Μπροστά στα παραπάνω διλήμματα τα οποία εξακολουθούμε να αντιμετωπίζουμε σήμερα, η πολιτική δεν έχει καν προσδιορίσει πιο είναι το αντικείμενο της στις νέες συνθήκες και τελικά εάν προτίθεται να υπηρετήσει εκείνους από τους  οποίους εκπορεύεται η εντολή της, δηλαδή τους πολίτες.

Δεν είναι επομένως περίεργο ότι οι πολιτικοί σε όλη την Ευρώπη παίζουν με την φράση « να σώσουμε την Ελλάδα για να ζωθεί η Ευρώπη » χωρίς  όμως να ξεκαθαρίζουν τι ακριβώς θέλουν να σώσουν τελικά.

Δεν είναι τυχαίο ότι η κυβέρνηση Ομπάμα έχει  δυσανασχετήσει πολλάκις ειδικά με τους Γερμανούς οι οποίοι για κάποιον λόγο κάνουν τα πάντα για να βαθύνει μη κρίση και κατόπιν εορτής εμφανίζονται θλιμμένοι στηλιτεύοντας την ανικανότητα κάποιων κυβερνήσεων ή την νοοτροπία των λαών.

Μία συγκροτημένη ωστόσο πολιτική πρόταση που ανταποκρίνεται στις ανάγκες των κρατών και των λαών απουσιάζει.

Το γεγονός ότι δεν υπάρχει μια σοβαρή τέτοια πρόταση στο τραπέζι αποδεικνύει ότι η ίδια η πολιτική έχει εγκαταλείψει τον συστατικό της χώρο που είναι δημόσιος και ονομάζεται κράτος.

Οι  κυβερνήσεις, εάν θέλουν να προστατεύσουν τον δημόσιο χαρακτήρα της πολιτικής εν δυνάμει, θα πρέπει να φροντίσουν την υπόσταση των λαών τους.

Αυτό γίνεται μόνο μέσω του κράτους.

Ως εκ τούτου οι λαοί της Ευρώπης ενωμένοι θα πρέπει να φροντίσουν με δημοκρατικό τρόπο να παύσουν οι επιθέσεις κατά του κράτους ως οντότητα.

Αυτό μπορεί να γίνει  μέσα από την θέσπιση ενιαίων ευρωομολόγων και την δημιουργία μιας Ευρωπαϊκής Τράπεζας Δημόσιων Ομολόγων, η οποία θα ανταγωνιστεί στην χρηματοδότηση κρατών τις ιδιωτικές τράπεζες, διασφαλίζοντας έτσι την χρηματοδότηση των κρατικών δαπανών.

Μια στρατηγική του είδους αυτού, θα διασφάλιζε σε μακροπρόθεσμη  βάση την βιωσιμότητα των κρατών αφαιρώντας παράλληλα ουσιαστικά κίνητρα από τους κερδοσκόπους.

Τι γίνεται όμως με την προοδευτική αριστερά συμπεριλαμβανομένης της σοσιαλδημοκρατίας; Θα ταυτιστεί με το άρμα του νεοφιλελευθερισμού ή θα επιστρέψει στις αγκυλώσεις του παρελθόντος;

* Ο Μανόλης Μαυροζαχαράκης είναι ελεύθερος συγγραφέας, με σπουδές σε οικονομικά, κοινωνιολογία και πολιτικές επιστήμες, εθνολογία και οικονομική ιστορία.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ:

news247.gr

Advertisements

Η Δηµοκρατία της Βαϊµάρης


Ξενοφών Μπρουντζάκης

Την ήττα της Γερμανίας στον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο ακολούθησε μια πρωτοφανής οικονομική κρίση υπό τον ασφυκτικό και ταπεινωτικό έλεγχο της διεθνούς κοινότητας. Υπό το πρίσμα των ασφυκτικών διεθνών πιέσεων που υφίσταται η χώρα μας σήμερα, η επίκληση της Βαϊμάρης έχει τη βάση ενός ιστορικού προηγούμενου που θα μπορούσε, τηρουμένων των αναλογιών, να μας βοηθήσει να κατανοήσουμε την παρούσα κατάστασή μας αλλά και να προλάβουμε ενδεχομένως τα χειροτέρα. Πρέπει να γίνει ακλόνητη πεποίθηση ακόμα και στον τελευταίο πολίτη ότι, μπορεί να γίνονται ανεκτές οι περικοπές στους μισθούς και τις συντάξεις, αλλά οι περικοπές στη Δημοκρατία δεν πρέπει να γίνουν ανεκτές για κανέναν λόγο και από κανέναν. Η Γερμανία του Μεσοπολέμου υπήρξε έργο των μετριοπαθών πολιτικών δυνάμεων και συγκεκριμένα του Σοσιαλδημοκρατικού Κόμματος, όπως επίσης και του Κόμματος του Κέντρου και των Φιλελευθέρων. Αυτές οι πολιτικές δυνάμεις βρέθηκαν αντιμέτωπες με τον άκρατο λαϊκισμό και την ακραία δράση πολιτικών σχηματισμών, όπως των ναζί, των συντηρητικών και των κομμουνιστών. Η πρώτη Γερμανική Δημοκρατία έλαβε το όνομά της από την ομώνυμη πόλη (Weimar), επειδή εκεί συνήλθε η Γερμανική Εθνοσυνέλευση για να δημιουργήσει ένα νέο σύνταγμα μετά την κατάλυση της Γερμανικής Αυτοκρατορίας.

Το Ράιχσταγκ

Το Ράιχσταγκ και μετά τη λήξη του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου συνέχισε να λειτουργεί ως νομοθετική Εθνοσυνέλευση, όπου συμμετείχαν οι εκπρόσωποι που ο λαός ψήφιζε στις γενικές εκλογές. Τα καθήκοντά τους ήταν η ψήφιση νόμων και προϋπολογισμών καθώς και η κύρωση συν-θηκών. Στα καθήκοντά τους επίσης ήταν η κήρυξη πολέμου ή η σύναψη ειρήνης. Με δυο λόγια, το Ράιχσταγκ αποτελούσε την κορυφαία πολιτική δύναμη διακυβέρνησης της Γερμανίας. Ωστόσο, παρά τον δημοκρατικό προσανατολισμό με τα χαρακτηριστικά της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας, το γερμανικό σύνταγμα παραχωρούσε στον Πρόεδρο της Δημοκρατίας (Bundesprasident) το δικαίωμα να αποφασίζει ακόμα και τη διάλυση του Ράιχσταγκ. Το δικαίωμα αυτό ασκήθηκε τέσσερις φορές: το 1924, το 1930, το 1932 καθώς και το 1933. Ακόμα και με την άνοδο των εθνικοσοσιαλιστών στην εξουσία, το Ράιχσταγκ συνέχισε να λειτουργεί με τα χαρακτηριστικά του Κοινοβουλίου, ωστόσο όχι για πολύ.

Στις 27 Φεβρουαρίου του 1933 το περίφημο κτήριο του γερμανικού Κοινοβουλίου τυλίχτηκε στις φλόγες. Ο εμπρησμός ήταν εμφανής και εμφανέστερος υπήρξε ο δράστης και ο λόγος αυτού του εμπρησμού. Ο Χίτλερ άδραξε αμέσως την ευκαιρία να πιέσει και να πείσει τον τότε πρόεδρο της Γερμανίας Πάουλ φον Χίντενμπουργκ να προβεί στην έκδοση διατάγματος «Περί προστασίας του λαού και του κράτους». Βασιζόμενος στο διάταγμα αυτό, ο Χίτλερ προχώρησε στη διάλυση όλων των κομμάτων προκηρύσσοντας άμεσα εκλογές με ένα μόνο κόμμα, το Εθνικοσοσιαλιστικό. Παρά ταύτα το Εθνικοσοσιαλιστικό Κόμμα δεν κατάφερε, παρ’ ότι ήταν μόνο του, να κερδίσει την πλειοψηφία, αλλά καθώς φάνηκε αυτό δεν στάθηκε εμπόδιο για τους εθνικοσοσιαλιστές του Χίτλερ στο να πείσουν το Κοινοβούλιο να ψηφίσει έναν νόμο «Περί νομοθετικής εξουσιοδότησης», που πέρασε με 444 ψήφους υπέρ και 94 κατά. Όπως γίνεται φανερό, οι εθνικοσοσιαλιστές πήραν «με τον νόμο» όλες τις εξουσίες στα χέρια τους. Έτσι το Υπουργικό Συμβούλιο εγκαθίδρυσε και με τους τύπους τη δικτατορία του Χίτλερ. Ο δε θεσμός του Ράιχσταγκ διατηρήθηκε μέχρι και τον επόμενο χρόνο, όταν με ειδικό διάταγμα καταργήθηκε στις 14 Φεβρουαρίου του 1934.

Η ανακήρυξη της Δημοκρατίας

Το μεγαλύτερο κόμμα της Γερμανίας το 1918 ήταν το Κόμμα των Σοσιαλδημοκρατών υπό την ηγεσία του Φρίντριχ Έµπερτ και του Φίλιπ Σάιντεµαν. Είναι γεγονός ότι εκείνη τη χρονιά, και συγκεκριμένα το φθινόπωρο του 1918, η Γερμανία δεν περνούσε τις καλύτερες μέρες της καθώς παρέπαιε μετά την οδυνηρή ήττα της σε έναν πόλεμο που η ίδια είχε προκαλέσει.

Το μελαγχολικό απόγευμα της 9ης Νοεμβρίου 1918 στο Ράιχσταγκ του Βερολίνου έχει αρχίσει η συνεδρίαση του Κόμματος των Σοσιαλδημοκρατών ενώ ο καγκελάριος πρίγκιπας Μαξ της Βάδης έχει υπογράψει την παραίτησή του και έχει εκθρονιστεί ο Κάιζερ. Εκείνη την περίοδο η Γερμανία βυθίζεται στο απόλυτο χάος. Στην ίδια πόλη και την ίδια χρονική συγκυρία, όχι πολύ μακριά από το Ράιχσταγκ, κοντά στην Unter den Linden, οι σπαρτακιστές σχεδιάζουν τις δικές τους ενέργειες. Επικεφαλής τους είναι δυο εμβληματικές μορφές, η Ρόζα Λούξεµπουργκ καιο Καρλ Λίµπκνεχτ. Στις επείγουσες προτεραιότητές τους είναι να κηρύξουν τη Γερμανία Σοβιετική Δημοκρατία.

Με κινηματογραφική ταχύτητα, παρασυρμένος σαν από μια έμπνευση της στιγμής, ο Σάιντεµαν, εις εκ των δύο ηγετών του Σοσιαλδημοκρατικού Κόμματος, σηκώνεται από τη θέση του την ώρα της συνεδρίασης και δίχως προηγουμένως να έχει ενημερώσει κανέναν κατευθύνεται στο παράθυρο εκείνο της αίθουσας που έβλεπε προς την Koenigsplatz και, μπροστά στους χιλιάδες συγκεντρωμένους πολίτες που αγωνιούσαν για το μέλλον της χώρας και το δικό τους, αναγγέλλει την ίδρυση της δημοκρατίας, μιας δημοκρατίας της οποίας το σύνταγμα θα ψηφιστεί με μεγάλη πλειοψηφία στις 31 Ιουλίου 1919 στο θέρετρο της Βαϊμάρης και θα μείνει γνωστή στην Ιστορία ως η Δημοκρατία της Βαϊμάρης.

Αυτή η «ανάπηρη» δημοκρατία, όπως μάλλον εύστοχα χαρακτηρίστηκε από τους ιστορικούς της περιόδου, κατάφερε να σταθεί όρθια δεκαπέντε ολόκληρα χρόνια εν μέσω μιας πρωτοφανούς γενικής κρίσης, μέσα στην οποία – οφείλουμε να σημειώσουμε – αναπτύχτηκαν εντυπωσιακά ο πολιτισμός και οι τέχνες

Χρήσιμα συμπεράσματα

Η αλήθεια είναι ότι οι όροι που επέβαλε η Συνθήκη των Βερσαλλιών ήταν δυσβάστακτοι για την ηττημένη και εξαθλιωμένη Γερμανία και κυρίως αφορούσαν τις πολεμικές επανορθώσεις που έπρεπε να καταβάλει στους νικητές. Κρίνοντας εκ των υστερών την Ιστορία, με τη νηφαλιότητα που απαιτείται, όλοι οι ιστορικοί συγκλίνουν στην ερμηνεία που θέλει τις υπερβολές των νικητών στις Βερσαλλίες να οδηγούν στην καταπόνηση της Δημοκρατίας και την πρωτοφανή έξαρση του εθνικισμού, ο οποίος υπήρξε η κινητήριος δύναμη που έφερε τον Χίτλερ στη εξουσία, δημιουργώντας ταυτόχρονα τον πιο καταστροφικό πόλεμο στην Ιστορία της ανθρωπότητας.

Το πρόβλημα που ενσκήπτει από αυτά τα ιστορικά γεγονότα που αφορούν ολόκληρη την Ευρώπη, είναι αν η Ιστορία διδάσκει. Αν ναι, η προβολή στο σήμερα μας οδηγεί σε απογοητευτικά αλλά και ανησυχητικά συμπεράσματα. Στεκόμαστε στα ανησυχητικά φαινόμενα γιατί η σύγχρονη πολιτική που εφαρμόζει η Γερμανία απέναντι στη χώρα μας αλλά και ευρύτερα στις χώρες του ευρωπαϊκού Νότου, δημιουργώντας οικονομικά αδιέξοδα μέσα από μια αδιάλλακτη, στενόμυαλη και εκδικητική πολιτική, ξυπνά εφιαλτικά αυτό που ακολούθησε τη Δημοκρατία της Βαϊμάρης, μια ιστορική περιπέτεια του γερμανικού λαού που τελικά την πλήρωσε ακριβά ολόκληρη η Ευρώπη με την άνθιση του φασισμού και τη φρίκη που ακολούθησε.

Είναι πολύ σημαντικό οι σημερινοί ηγέτες της Ευρώπης να σταθούν στοιχειωδώς στο ύψος των περιστάσεων και να μην αρκούνται μόνο σε αριθμούς και προσθαφαιρέσεις. Δεν είναι που θα τους καταδικάσει η Ιστορία, είναι που ο κίνδυνος μιας πανανθρώπινης τραγωδίας παραμένει περισσότερο από ορατός προ των πυλών, πράγμα σοβαρότερο από τις σκοπιμότητες της προσεχούς εκλογικής αναμέτρησης της κυρίας Μέρκελ.

Η περίπτωση της Βαϊμάρης

Η περίπτωση της Βαϊμάρης μοιάζει να στοιχειώνει πλέον πολλές «ανάπηρες» δημοκρατίες της Ευρώπης, βρίσκοντας περισσότερο ευάλωτη τη δική μας. Η «ανάπηρη» δημοκρατία είχε να αντιμετωπίσει την κρίση μιας χώρας που περνούσε από τη μοναρχία στη δημοκρατία αιφνίδια, δίχως καμιά προετοιμασία και εν μέσω της πρωτοφανούς δοκιμασίας, υλικής και ψυχολογικής, μιας μεγάλης ήττας. Η Γερμανία της Δημοκρατίας ήταν μια χώρα διαιρεμένη, που δοκιμαζόταν σκληρά και από τις πολιτικές σκοπιμότητες. Χαρακτηριστική υπήρξε η στάση των Χίντεµπουργκ και Λούντεντορφ, οι οποίοι ως αρχηγοί του στρατού δεν δίστασαν να ρίξουν τις ευθύνες για την ταπεινωτική Συνθήκη των Βερσαλλιών στους σοσιαλδημοκράτες, πράγμα που επιβάρυνε αβάσταχτα τη διακυβέρνησή τους.

Αυτήν την απαράδεκτη στάση των στρατιωτικών αρχηγών θα την πλήρωνε η χώρα ανυπολόγιστα στα χρόνια που ακολούθησαν. Καλπάζων πληθωρισμός του 1922, κατάληψη της περιοχής της Ρουρ έναν χρόνο αργότερα από τους Γάλλους, εμφάνιση αποσχιστικών τάσεων στη Βαυαρία, δυναμικές συγκρούσεις με το ιδιαίτερα ισχυρό Κομμουνιστικό Κόμμα. Αποκορύφωμα δε των δεινών της Δημοκρατίας υπήρξε το περίφημο οικονομικό κραχ του 1929, που βύθισε τη Γερμανία στην απελπισία. Το τι συνέβαινε στη Γερμανία φαίνεται ιδιαίτερα «εύγλωττα» από τα ποσοστά του Εθνικοσοσιαλιστικού Κόμματος της Γερμανίας. Στις εκλογές της 20ής Μαΐου 1928 μόλις το 2,3% των ψήφων, για να λάβει τρία χρόνια αργότερα το 43,9% των ψήφων.

ΠΗΓΗ: topontiki.gr