Tag Archives: Έννοια

ΤΟ ΑΡΘΡΟ ΤΗΣ ΗΜΕΡΑΣ: «Κατώτατος Μισθός κι Ελάχιστο Εγγυημένο Εισόδημα»


Διαβάστε ένα άρθρο για την έννοια του κατώτατου μισθού, που λειτουργεί σαν προπέτασμα, το οποίο αποκρύπτει την συζήτηση που πρέπει να κάνουμε ως κοινωνία, για την αλλαγή του συστήματος

Φώτης Κοκοτός

Κάθε φορά που συζητιέται ο κατώτατος μισθός, γίνεται και το ίδιο λάθος: αντί να συζητάμε για το πώς θα έχουν όλοι οι πολίτες σωστή κρατική πρόνοια, συζητάμε για υποχρεώσεις των επιχειρήσεων. Αντί να συζητάμε για το Ελάχιστο Εγγυημένο Εισόδημα (ΕΕΕ), συζητάμε το μισθό για τους ανειδίκευτους νέους. Αν θέλουμε ένα σωστό Κράτος Πρόνοιας για όλους, είτε είναι εργαζόμενοι, είτε άνεργοι, είτε συνταξιούχοι, είτε οτιδήποτε, τότε πρέπει να αλλάξουμε την έννοια του κατώτατου μισθού.

Στο μυαλό όλων, ο κατώτατος μισθός είναι μία ασφαλιστική δικλείδα: η υποχρέωση των επιχειρήσεων να πληρώνουν ένα ελάχιστο ποσόν που θα διασφαλίζει τα προς το ζην. Όμως, υπεύθυνο για τη διασφάλιση του ελάχιστου επιπέδου ευπρεπούς διαβίωσης είναι το Κράτος. Οι επιχειρήσεις πληρώνουν ανάλογα με το πόσα εισπράττουν, είτε είναι μαγαζιά των τριών ατόμων είτε αλυσίδες των εκατοντάδων. Αν δεν έχουν κέρδη, τότε δεν γίνονται επενδύσεις και καταστρέφονται θέσεις εργασίας. Κι αν δεν παράγεται εισόδημα για τους πολίτες και φόροι για το Κράτος, τότε δεν μπορεί να υπάρξει Κράτος Πρόνοιας.

Το σύστημα του Ελάχιστου Εγγυημένου Εισοδήματος εφαρμόζεται ήδη σε 23 Ευρωπαϊκές χώρες, και –βασικά– συνδέει το επίδομα ανεργίας με το επίδομα εργασίας και τη βασική σύνταξη. Στην Ελλάδα έχει μελετηθεί ενδελεχώς από τον οικονομολόγο Μ. Ματσαγγάνη και την ομάδα του στο Οικονομικό Πανεπιστήμιο Αθηνών. Τα νούμερα βγαίνουν άνετα: το κόστος του ΕΕΕ υπολογίζεται να μην ξεπερνά ούτε το 2% του ΑΕΠ [1] , ενώ το κράτος έχει έσοδα 33% του ΑΕΠ [2] από φόρους και εισφορές. Κι όμως, η Ελλάδα παραμένει η μοναδική χώρα της Ευρωπαϊκής Ένωσης όπου το ΕΕΕ δεν εφαρμόζεται ούτε καν σε τοπικό επίπεδο.

Για να εφαρμοστεί σωστά το Ελάχιστο Εγγυημένο Εισόδημα, μια πρώτη κίνηση θα ήταν να θεσπιστεί κατώτατο ωρομίσθιο αντί του μηνιαίου. Έτσι, οι ανειδίκευτοι νέοι θα πάρουν μικρές δουλειές των λίγων ωρών, μαθητικές ή επικουρικές. Θα αρχίσουν να προσφέρουν και να καταρτίζονται. Έτσι, αν το ΕΕΕ για έναν άνεργο είναι, ας πούμε, 400 Ευρώ («επίδομα ανεργίας»), το ΕΕΕ του πλήρως εργαζόμενου θα είναι, ας πούμε, 800 Ευρώ: όσα βγάλει απ’ τη δουλειά, συν το «επίδομα εργασίας». Άμα έχει παιδιά, προφανώς θα είναι περισσότερα. Με αυτό το σύστημα, οι φόροι αναδιανέμονται εκεί που χρειάζονται: στους πιο αδύναμους. Όχι για μισθούς κομματικών διορισμών και συμβούλων, όπως τώρα.

Όταν το Κράτος επιβάλλει στις επιχειρήσεις τους μηνιαίους μισθούς, τότε αναγκάζει εκείνες να δώσουν την ασφάλεια, είτε «βγαίνουν» είτε όχι. Έτσι, όμως, επειδή πληρώνουν ήδη και τις ασφαλιστικές εισφορές (29,7δις€ το 2010) [3], περισσότερες από όλους τους άμεσους φόρους (17,5δις€)[4], οι επιχειρήσεις κλείνουν συνεχώς και η ανεργία αυξάνεται. Τα δε έσοδα από τις εισφορές και τους φόρους πάνε στη μαύρη τρύπα των ελλειμμάτων και της σπατάλης. Οι δημόσιες υπηρεσίες για τους ασφαλισμένους είναι κακές. Ακόμη χειρότερα, οι άνεργοι είναι ανασφάλιστοι. Κι όμως, με τα λεφτά που πληρώνονται, θα έπρεπε να έχουν όλοι τη βασική περίθαλψη δωρεάν, χωρίς ασφάλιση. Και να καλύπτονται πλήρως απλώς με μια μικρή επικουρική ασφάλιση.

Βασικό εμπόδιο για την εφαρμογή του Ελάχιστου Εγγυημένου Εισοδήματος είναι οι συντεχνίες και οι συνδικαλιστές: όταν το 2003 προσπάθησε η Βουλή με πρωτοβουλία του Συνασπισμού της Αριστεράς να νομοθετήσει το ΕΕΕ, η ΓΣΕΕ κατάφερε να το μπλοκάρει (βλ. ρεπορτάζ στην «ΑΥΓΗ», 26-10-2003). Ο λόγος; Καθαρά συντεχνιακός. Θεσπίζοντας το ΕΕΕ, η αγορά εργασίας θα δεχόταν εκατοντάδες χιλιάδες νέους που θα έβρισκαν διάφορες μικρές δουλειές και θα έπαιρναν και συμπλήρωμα από το Κράτος. Αυτό θα ήταν ανταγωνιστικό για την πελατεία των συνδικαλιστών. Κι έτσι φρόντισαν να μην περάσει.

Αν, λοιπόν, θέλουμε να δώσουμε προοπτική στους ανέργους και τους νέους, πραγματική ασφάλεια στους ασθενείς και τους συνταξιούχους, τότε πρέπει να αλλάξουμε ριζοσπαστικά το σύστημα. Αυτή είναι η συζήτηση που πρέπει να κάνουμε ως κοινωνία. Ο κατώτατος μισθός είναι ένα προπέτασμα που την αποκρύπτει.

_________________________

[1] Το ελάχιστο εγγυημένο εισόδημα: δημοσιονομικές και διανεμητικές επιδράσεις, Ομάδα Ανάλυσης Δημόσιας Πολιτικής, Οικονομικό Πανεπιστήμιο Αθηνών, Ενημερωτικό Δελτίο 3, Νοε.2012 {www.kritiki.gr/attachments/article/218/PARU_NewsLetter_03_12.pdf}

[2],[3],[4] Eurostat: Economy and Finance, Laura Wahrig, Φεβ.2012  {epp.eurostat.ec.europa.eu/cache/ITY_OFFPUB/KS-SF-12-002/EN/KS-SF-12-002-EN.PDF}

ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ:

news247.gr

Advertisements

ΤΟ ΑΡΘΡΟ ΤΗΣ ΗΜΕΡΑΣ: «Μα, για ποια ανάπτυξη μιλάμε;»


Διαβάστε ένα άρθρο  για την πολυσυζητημένη και απροσδιόριστη έννοια της πολυπόθητης ανάπτυξης στην Ελλάδα

Φώτης Κοκοτός

Σε μια τηλεοπτική εκπομπή, τέθηκε στους τηλεθεατές το ερώτημα «Τι είναι για εσάς η Ανάπτυξη» και δόθηκαν μόνο τρεις επιλογές: (α) Μεγάλες ιδιωτικές επενδύσεις, (β) Μικρομεσαίες ιδιωτικές επενδύσεις, και (γ) Μεγάλες κρατικές επενδύσεις. Δυστυχώς, η απάντηση (δ) Και τα τρία (που είναι και η πιο σωστή) δε δόθηκε. Κι ούτε βγήκε κάποια απάντηση από την εκπομπή, τελικά.

Η ανάπτυξη είναι ένας κρίκος μιας αλυσίδας με συγκεκριμένη αλληλουχία, η οποία πρέπει να τηρηθεί ως έχει: Ξεκινά με εμπιστοσύνη, ασφάλεια, κι ανταγωνιστικότητα, συνεχίζεται με τις επενδύσεις, προσλήψεις, και την ανάπτυξη, και περνώντας από την κερδοφορία φτάνει στην αύξηση μισθών και την ευημερία. Όταν μια οικονομία καταρρέει, όπως η ελληνική, επιστρέφουμε στην εκκίνηση, κι εκεί είμαστε ακόμη. Στην αρχή!

Ακόμη δεν έχει αποκατασταθεί η εμπιστοσύνη, καθώς ολόκληρο το δημοσιονομικό εξακολουθεί να κρέμεται από την εφαρμογή ενός φοροεισπρακτικού προγράμματος που θ’ αποτύχει. Το δε τραπεζικό σύστημα, δηλαδή το σύστημα αναδιανομής των ιδιωτικών πόρων σε παραγωγικές κι επενδυτικές δραστηριότητες, περιμένει αποφάσεις από την Ευρώπη, η οποία περιμένει με τη σειρά της τις Γερμανικές εκλογές, και μετά τη συνένωση του ευρωπαϊκού τραπεζικού συστήματος (Μάρτιο του ‘14). Ποια εμπιστοσύνη, λοιπόν;

Αλλά και το ζήτημα της ασφάλειας παραμένει άλυτο: η δικαιοσύνη δεν λειτουργεί ούτε σωστά ούτε γρήγορα, η προστασία του πολίτη και του επενδυτή έναντι της ανομίας είναι τελείως ανεπαρκής, κι ακόμα και να φτάσει κανείς να πάρει μια δικαστική απόφαση μετά από μία 10ετία, πάλι δεν έχει καμία διασφάλιση πως οι αποφάσεις των δικαστηρίων εφαρμόζονται. Ποια ασφάλεια, λοιπόν;

Το μόνο που μπορεί να ελκύει επενδυτές είναι πως έχουμε ανακτήσει ένα μέρος της ανταγωνιστικότητας, αλλά σε επίπεδο κόστους μόνο: χαμηλούς μισθούς, χαμηλά ενοίκια, χαμηλές αξίες. Αλλά η ανταγωνιστικότητα είναι η σχέση κόστους και ποιότητας, ένα πράγμα που προϋποθέτει πολλά άλλα: υψηλή κατάρτιση, διάσπαρτη τεχνογνωσία, και ευέλικτες γραφειοκρατικές δομές. Προφανώς, και στην ανταγωνιστικότητα χωλαίνουμε.

Ελπίζουμε για επενδυτές που θα αδιαφορήσουν για την απουσία των προϋποθέσεων και θα βάλουν τα λεφτά τους. Υπάρχουν τέτοιοι; Βεβαίως και υπάρχουν. Είναι εκείνοι που παίρνουν μεγαλύτερα ρίσκα, αποσκοπώντας και σε μεγαλύτερες απολαβές. Είναι οι ελάχιστοι εκείνοι που, όταν εμείς κάναμε πέρσι εκλογές, γύριζαν ανά την Ελλάδα ψάχνοντας εταιρείες με υγιή παραγωγική κι εξαγωγική δραστηριότητα και αγόραζαν τις μετοχές σε χαμηλές αποτιμήσεις. Ήδη, σε λιγότερο από ένα χρόνο, έχουν βγάλει αποδόσεις πάνω από 50%.

Αν θέλουμε τους επενδυτές με τα πολλά λεφτά, τότε θέλουμε αυτούς που δεν ρισκάρουν πολύ. Και χρειαζόμαστε και τις μεγάλες επενδύσεις και τις πολλές μικρές, τοπικές επενδύσεις που θα δώσουν δουλειά στον κόσμο ανά την περιφέρεια. Οι μεγάλες εταιρείες θα αναθέσουν, άλλωστε, δουλειές σε μικρές: σύμβουλοι, υπεργολάβοι, προμηθευτές, μεταφορείς, όλοι θα πάρουν κάτι.

Οι μεγάλες εταιρείες είναι απαραίτητες γιατί έχουν πρόσβαση στα μεγάλα διεθνή κεφάλαια, τα οποία μετά θα φέρουν εδώ. Είναι ωραίο και ρομαντικό να θες μόνο μικρές οικογενειακές φάρμες, αλλά αυτές δεν μπορούν να πάνε στις μεγάλες τράπεζες και τα αμοιβαία κεφάλαια για να «σηκώσουν» μερικά δις Ευρώ.

Στην αλληλουχία των δράσεων, λοιπόν, η ανάπτυξη έπεται των επενδύσεων, οι οποίες με τη σειρά τους έχουν κι αυτές προϋποθέσεις. Και μετά την ανάπτυξη, που θα δώσει δουλειά στους ανέργους με τους μισθούς που έχουν τώρα διαμορφωθεί, τότε και μόνον τότε θα υπάρξει κερδοφορία. Καμία επιχείρηση, από ένα περίπτερο ως μια τσιμεντοβιομηχανία, δεν πρόκειται να δώσει αύξηση μισθών αν δεν έχει πρώτα υγιή κερδοφορία και δεν μπορεί να πληρώσει όλους τους φόρους και τα χρέη της.

Η αλληλουχία των πραγμάτων είναι νομοτελειακή: εμπιστοσύνη, ασφάλεια, ανταγωνιστικότητα, μετά οι επενδύσεις, προσλήψεις, ανάπτυξη, και μετά κερδοφορία, αύξηση μισθών, ευημερία. Αυτή η καημένη η ευημερία είναι που θ’ αργήσει ακόμη περισσότερο, λοιπόν, όσο αγνοούμε τη σωστή σειρά.

* Ο Φώτης Κοκοτός ασχολείται με μελέτες και κατασκευές έργων τουριστικής φύσης (ξενοδοχεία, σπα, συνεδριακά, κ.ο.κ.) ενώ ταυτόχρονα επενδύει στην ανάπτυξη παραθεριστικών τουριστικών κατοικιών και αρθρογραφεί σχετικά με τον Τουρισμό και το Περιβάλλον.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ:

news247.gr