ΤΟ ΑΡΘΡΟ ΤΗΣ ΗΜΕΡΑΣ : «Η Φιλοσοφία της Διαφθοράς»


Διαβάστε ένα άρθρο  με αφορμή την καταδίκη του πρώην δημάρχου Θεσσαλονίκης, Β. Παπαγεωργόπουλου, αλλά και τις παλαιότερες περιπτώσεις Κουτσόγιωργα, Μαντέλη, Τσουκάτου και Τσοχατζόπουλου και τη στάση που κράτησαν τα κόμματά τους

Παύλος Ελευθεριάδης

Η καταδίκη του πρώην δημάρχου και  βουλευτή Θεσσαλονίκης Βασίλη Παπαγεωργόπουλου για καταχρήσεις πολλών εκατομμυρίων ευρώ είναι η πρώτη φορά στην πρόσφατη ιστορία μας που προβεβλημένο κομματικό στέλεχος περνά το κατώφλι της φυλακής έχοντας καταδικαστεί για διαφθορά.

Δεν είναι  φυσικά η μόνη εκκρεμής τέτοια υπόθεση. Εξίσου ιστορική είναι η για πρώτη φορά προσεκτική διερεύνηση Υπουργού Αμύνης, του Άκη Τσοχατζόπουλου, ο οποίος παραμένει σήμερα προφυλακισμένος για την διαχείριση των δισεκατομμυρίων που του εμπιστεύτηκε ο ελληνικός λαός για τις αμυντικές μας δαπάνες (φυσικά, μέχρι την ετυμηγορία, ισχύει γι αυτόν, και για κάθε άλλον, το τεκμήριο της αθωότητος). Και στις δύο περιπτώσεις, όπως και στις παλιότερες περιπτώσεις Κουτσόγιωργα, Μαντέλη, Τσουκάτου, Κεφαλογιάννη και άλλων, τα κόμματά τους κράτησαν μια εντυπωσιακά συγκρατημένη στάση. Θεώρησαν ότι οι ύποπτοι ή αποδεδειγμένα εγκληματίες ήταν μεμονωμένες περιπτώσεις αιτία της οποίας ήταν αποκλειστικά ο κακός χαρακτήρας τους. Η απάντηση ΠαΣοΚ και ΝΔ ήταν να θέσουν τους εμπλεκομένους «εκτός κόμματος», ακόμα και όταν, όπως στις περιπτώσεις Παπαγεωργόπουλου και Τσοχατζόπουλου, τα στοιχεία δείχνουν ότι η εγκληματική δράση ήταν προϊόν καλά οργανωμένης κομματικής συμμορίας που έδρασε συστηματικά για ολόκληρο το διάστημα που παρέμειναν στην εξουσία. Σε καμμία περίπτωση δεν ξεκίνησαν ΠαΣοΚ και ΝΔ εσωτερική έρευνα για να διαπιστωθεί πώς αυτές οι συμμορίες επιβίωσαν μέσα σε δημοκρατικά κόμματα και πώς κανείς δεν πήρε είδηση τι μαγειρευόταν στο διπλανό κομματικό επιτελείο.

Μάλιστα, παρά την ομοβροντία περιστατικών που  έχουν πλήξει το κόμμα του, στην ομιλία του στο Συνέδριο του ΠαΣοΚ, ο κ. Βενιζέλος αναφέρθηκε μόνο μια  φορά στην διαφθορά, λέγοντας αόριστα  ότι το ΠαΣοΚ συνδέθηκε με ‘αδιανόητα φαινόμενα διαφθοράς’. Προφανώς αυτά ήταν αδιανόητα διότι η ατμόσφαιρα μέσα στο ΠαΣοΚ, κατά τον αρχηγό του φυσικά, ήταν πάντα ατμόσφαιρα αγνού πολιτικού προβληματισμού, ανιδιοτελούς προσφοράς και γνήσιας αυτοθυσίας. Ίσως αυτή να είναι η εντύπωση του κ. Βενιζέλου. Και όμως η επόμενη φράση του στην ίδια ομιλία ήταν ότι το ΠαΣοΚ συνδέθηκε ‘με συντεχνιασμούς κρατικιστικού χαρακτήρα’. Μα τί άλλο κάνει ο συντεχνιασμός από το να λεηλατεί το κράτος με διεφθαρμένο τρόπό; Στο ακροατήριο του κ. Βενιζέλου στο συνέδριο βρισκόταν και ο κ. Παύλος Γερουλάνος ο οποίος τον Δεκέμβριο του 2011 δήλωσε με μεγαλύτερη ακρίβεια: ‘κατά τη διάρκεια της μακράς πορείας του, το Κίνημά μας έχει ανεχθεί ή ακόμα και αναθρέψει και πρακτικές που δεν συνάδουν με τα πιστεύω του: το βαθύ και ανοικονόμητο κράτος, τη σκληρή συντεχνιακή γραφειοκρατία, τη διαφθορά στη δημόσια διοίκηση και κάποιες εκφάνσεις του συνδικαλισμού που ντροπιάζουν ακόμα και αυτούς που εκπροσωπούν’. Τα ίδια δηλώνουν τακτικά ο πρώην Αντιπρόεδρος Θεόδωρος Πάγκαλος, ο πρώην υπουργός και Γραμματέας του ΠαΣοΚ Γιάννης Ραγκούσης  και πλείστα άλλα διακεκριμένα στελέχη του ΠαΣοΚ. Και όμως, το επίσημο ΠαΣοΚ θεωρεί την διαφθορά ‘αδιανόητη’ και δεν λαμβάνει κανένα εσωτερικό μέτρο για την καταπολέμησή της.

Η στάση της  Νέας Δημοκρατίας είναι εντελώς  παράλληλη. Υπενθυμίζω ότι η συμμορία του Βασίλη Παπαγεωργόπουλου έκλεβε τον δήμο Θεσσαλονίκης διότι διεξήγαγε τις συναλλαγές της σε μετρητά, κάτι που θα έπρεπε να χτυπήσει καμπάνες σε ολόκληρο τον κομματικό και διοικητικό μηχανισμό της ΝΔ και του Δήμου Θεσσαλονίκης. Για την αδιαφορία τους πολλοί άλλοι είναι συνεπώς συνυπεύθυνοι. Αντί όμως η ΝΔ να ζητήσει δημόσια συγνώμη διότι δεν είχε θεσμούς ελέγχου και λογοδοσίας στο κόμμα ή στον δήμο και αντί να ανακοινώσει βαθειά μεταρρύθμιση στις εσωτερικές της διαδικασίες, απλά κατηγορεί τον Βασίλη Παπαγεωργόπουλο για την υποτίθεται ιδιωτική φαυλότητά του. Ένα κοινοβουλευτικό κόμμα όμως θα αναγνώριζε την ευθύνη του να έχει διαρκείς εσωτερικούς κανόνες που να εμποδίζουν όχι μόνο την διαφθορά αλλά και κάθε υποψία διαφθοράς. Αυτή είναι η ευθύνη των πολιτικών κομμάτων στην δημοκρατία.

Η αδιαφορία των κομμάτων για εσωτερικούς θεσμούς δείχνει  ασυγχώρητη ανοχή προς την διαφθορά αλλά και βαθειά άγνοια των κανόνων του κοινοβουλευτισμού – κάτι στο οποίο ούτε η ΔημΑρ ούτε ο ΣυΡιΖα διαφέρουν. Σε ώριμες κοινοβουλευτικές δημοκρατίες τα κόμματα και οι κυβερνήσεις έχουν συλλογική ευθύνη. Αν κάποιος υπουργός κάνει κάτι ανήθικο, ή αν ένα κομματικό στέλεχος εκτεθεί σε θέμα διαφθοράς, τότε όλο το κόμμα ή όλη η κυβέρνηση ελέγχεται. Ο αρχηγός του κόμματος ή ο πρωθυπουργός καλείται να εξηγήσει πώς και στήριξε το πρόσωπο αυτό, ποιες διαδικασίες είχε το κόμμα ώστε να προλαμβάνει τέτοια φαινόμενα και να εξηγήσει πώς ο διεφθαρμένος μπόρεσε να δράσει μέσα στο κόμμα. Στα  κοινοβουλευτικά κόμματα κυριαρχεί η φιλοσοφία ότι έχουν υποχρέωση προς τους ψηφοφόρους τους να έχουν διαρκείς θεσμούς ελέγχου και λογοδοσίας, που να αποτρέπει όχι μόνο διαφθορά αλλά και καθε υποψία ή εντύπωση πιθανής διαφθοράς.

Η ανοχή της  Νέας Δημοκρατίας και του ΠαΣοΚ στην διαφθορά είναι όμως παράγωγο όχι μόνο της αδιαφορίας και ανικανότητας των στελεχών τους αλλά και της ιδιόμορφης πολιτικής φιλοσοφίας τους. ΠαΣοΚ και ΝΔ έχουν αποτελεσματικά εισάγει στην πολιτική μας ζωή την θεωρία ότι οι εκλεγμένοι εκπρόσωπου του λαού μπορούν να κάνουν ό,τι θέλουν χωρίς κανένα έλεγχο. Η πολιτική αυτή φιλοσοφία, ένας ιδιότυπος «πλειοψηφισμός», ξεκίνησε στην Ελλάδα έμμεσα από τα γραπτά του Καθηγητή Δημήτρη Τσάτσου, που υποστήριζε (στο Συνταγματικο Δικάιο Ι) ότι δεν υπάρχει δίκαιο και άδικο σε μια δημοκρατία παρά μόνο ό,τι αποφασίζει η πλειοψηφία. Ο Τσάτσος ανέδειξε την αρχή της πλειοψηφίας ως την διαδικασία που ακριβώς όπως και σε μια άμεση δημοκρατία έτσι και στην αντιπροσωπευτική, σώζει δια της συλλογικής και συνεχούς ψήφου την πολιτική κοινωνία από τις διαφωνίες και συγκρούσεις της. Η πλειοψηφική εκλογή κατά τον Τσάτσο παράγει ένα αποτέλεσμα που δεσμεύει όλους και επιτυγχάνει την συναίνεση.

Δυστυχώς  οι απόψεις του Τσάτσου – σωστές ή λάθος δεν εξετάζω εδώ – μεταμορφώθηκαν από τα ελληνικά κόμματα και από συνταγματολόγους που έγιναν βουλευτές και υπουργοί σε κάτι τελείως διαφορετικό. Στα χέρια τους ο πλειοψηφισμός έγινε μια πολιτική θεωρία ανεύθυνης διακυβέρνησης που θα ονομάσω «ψευδο-πλειοψηφισμό». Σύμφωνα με αυτήν την θεωρία, δημοκρατία είναι ό,τι επιθυμούν οι εκλεγμένοι εκπρόσωποί της πλειοψηφίας. Η θεωρία αυτή είναι «ψευδο-πλειοψηφική» διότι διαπράττει το σφάλμα να ταυτίζει την συγκεκριμένη ψήφο με την αδιευκρίνιστη πρόθεση του εκπροσώπου δηλαδή ταυτίζει την όποια βούληση των εκλεγμένων βουλευτών και υπουργών με την υποτιθέμενη βούληση της πλειοψηφίας, παραποιώντας την άποψη του Τσάτσου ο οποίος μιλούσε για συγκεκριμένες απόψεις, όχι για την διακριτική ευχέρεια των εκλεγμένων αξιωματούχων.

Η ταύτιση  εικαζόμενης πλειοψηφίας των απόψεων με τα εκλεγμένα σε δημόσιες θέσεις πρόσωπα ήταν μια ιδεολογική παγίδα, που συνειδητά ή ασυνείδητα στήθηκε από τους θεωρητικούς του ΠαΣοΚ και της Νέας Δημοκρατίας. Αυτή επέτρεψε στα εκλεγμένα στελέχη ΠαΣοΚ και ΝΔ να καλύψουν την αυθαιρεσία τους με την επίκληση μιας απλούστατης δήθεν δημοκρατικής νομιμοποίησης. Η θεωρία τους επικαλείται την βούληση ή την έγκριση της πλειοψηφίας για την οποιαδήποτε αυθαιρεσία των κρατούντων. Με τον τρόπο αυτό απέκρουαν κάθε διαδικασία λογοδοσίας ως μη νομιμοποιημένη και εν τέλει ως αντιδημοκρατική. Η αντίκρουση της εντελώς κρατούσης θεωρίας αυτής στους διαδρόμους του ΠαΣοΚ και της ΝΔ, ήθελε και υπονομή και θάρρος. Ποιός ήθελε να επιχειρηματολογήσει εναντίον της «δημοκρατίας»; Και όμως, δημοκρατία δεν είναι ούτε ήταν ποτέ η αυθαιρεσία.

Στην πορεία, επικαλούμενοι την πονηρή αυτή θεωρία, ΠαΣοΚ και ΝΔ προστάτευσαν τα στελέχη τους από οποιονδήποτε στην πράξη έλεγχο τις πράξεις των υπουργών, βουλευτών, δημάρχων και των συμβούλων τους ως των μόνων νομιμοποιημένων και έτσι διέλυσαν τον μηχανισμό του κράτους, την δημόσια διοίκηση τους δήμους και την αστυνομία, μετατρέποντάς τα σε κομματικά φέουδα αυταρχικώς και ασυναρτήτως διοικούμενα. Επιστέγασμα της θεωρίας αυτής ήταν η ενίσχυση του ειδικού καθεστώτος της ποινικής ευθύνης των υπουργών στην συνταγματική αναθεώρηση του 2001 (με  εισηγητή της πλειοψηφίας τον Ευάγγελο Βενιζέλο) και η διατήρηση της πλήρους ασυλίας των βουλευτών. Μια παράλληλη διαδικασία αναπτύχθηκε στα συνδικάτα του δημόσιου τομέα αλλά και τα πανεπιστήμια, όπου οργανωμένα συμφέροντα επικαλούνται το «δημοκρατικό» δικαίωμα που πηγάζει από την συλλογική εκπροσώπηση για να διαλύουν τους θεσμούς της έρευνας και της γνώσης.

Τα ελληνικά κυβερνητικά κόμματα δεν είναι βέβαια μόνα τους στην ταύτιση ηγεσίας και δημοκρατίας. Αυτή ακριβώς είναι η πρακτική των κομμουνιστικών κομμάτων αλλά και παράλληλων εξωκοινοβουλευτικών (ή και τρομοκρατικών) οργανώσεων με επιρροή στις ελληνικές φοιτητικές οργανώσεις, των οποίων η ηγεσία πάντοτε αφουγκράζεται τη βούληση του απλού κόσμου και  δρά ακριβώς στο όνομα των – υποτίθεται – γνησίων συμφερόντων του λαού. Αυτή ακριβώς ήταν και η πολιτική φιλοσοφία της «λαϊκής κυριαρχίας» του γερμανού φιλοσόφου Carl Schmitt (ο οποίος εκτός από εξέχων γερμανός συνταγματολόγος υπήρξε και ο μεγαλύτερος θεωρητικός υποστηρικτής του Χίτλερ), τον οποίον διαβάζει και η ελληνικη ακροδεξιά. Κατά την Συνταγματική Θεωρία (Verfassungslehre) του Schmitt  σε μια συνταγματική πολιτεία η μόνη κυρίαρχη δύναμη είναι η γνώμη της πλειοψηφίας – ούτε καν η έκφρασή της δια των εκλογών – και άρα αφού ο Χίτλερ ήταν εξαιρετικά δημοφιλής, είχε τον κυρίαρχο λαό με τον μέρος του. Αν η πλειοψηφία ή το «έθνος» απλώς επιθυμεί κάτι, αυτή οφείλει να είναι η κυρίαρχη και βούληση του κράτους. Αν η πλειοψηφία τεκμαίρεται ότι εκχωρεί την κρίση της στους ηγέτες του τάδε ή δείνα κόμματος, τότε οι ηγέτες αυτοί γίνονται «δημοκρατικά νομιμοποιημένοι» και άρα οι μόνοι γνήσιοι εκφραστές μιας χώρας, η ενός κόμματος ή ενός σωματείου.

Ευτυχώς οι μεταπολεμικές εξελίξεις στην Ευρώπη, με την άνοδο του κράτους δικαίου, την προστασία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και την σταδιακή ενίσχυση θεσμικών αντιβάρων στα πλαίσια της ΕΕ και του Συμβουλίου της Ευρώπης μείωσαν στο ελάχιστο την θεωρητική και πρακτική επιρροή του ψευδο-πλειοψηφισμού στην Δυτική τουλάχιστον Ευρώπη. Η Γερμανία για παράδειγμα έχει πάει στο άλλο άκρο και κυβερνάται υπό τον διαρκή έλεγχο του υπερδραστήριου Ομοσπονδιακού Συνταγματικού Δικαστηρίου (του οποίου τα μέλη, παραδόξως ίσως, διορίζονται από τα κόμματα). Η θεωρία του πλειοψηφισμού επικρατεί σήμερα μόνο σε εθνικιστικές δικτατορίες ή ημιδικτατορίες και σε κομμουνιστικά καθεστώτα. Παντού αλλού, και ευτυχώς τα τελευταία δύο χρόνια και στην γειτονιά μας στον αραβικό κόσμο, επικρατεί η φιλοσοφία των δικαιωμάτων, του κράτους δικαίου και της λογοδοσίας μέσα στο κοινοβούλιο.

Η φιλοσοφία  του ψευδο-πλειοψηφισμού έχει όμως ριζώσει σε μεγάλο μέρος της ελληνικής κοινής γνώμης και στα ΜΜΕ και έχει σήμερα σημαντικές παρενέργειες.

  • Πρώτον γεννά μια εχθρική στάση προς οποιαδήποτε θεσμικά αντίβαρα: την Βουλή, τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας ή τις Ανεξάρτητες Αρχές, αφού το υποτιθέμενο μοντέλο της άμεσης δημοκρατίας στο οποίο στηρίζεται ο ψευδο-πλειοψηφισμός δεν χρειάζεται εξ’ ορισμού θεσμούς λογοδοσίας.
  • Δεύτερον, η  φιλοσοφία αυτή είναι εχθρικά διακείμενη προς την δικαστική εξουσία ακόμα και όταν αυτή  ερευνά τα ποινικά αδικήματα των πολιτικών ηγετών. Έτσι συχνά ακούμε μια δικαστική έρευνα να καταδικάζεται ως «ποινικοποίηση» της πολιτικής και άρα ως δήθεν αντιδημοκρατική. Φυσικά τίποτε δεν είναι ψευδέστερο: η δημοκρατία δεν υπάρχει χωρίς  την σχολαστική τήρηση των κανόνων από όλους και την αυστηρή εφαρμογή τους από τα δικαστήρια. Στην Βρετανία για παράδειγμα ουδείς διαμαρτυρήθηκε όταν ο τότε πρωθυπουργός Tony Blair εκλήθη από την αστυνομία για να καταθέσει ως ύποπτος για παραβίαση του νόμου για την χρηματοδότηση των πολιτικών κομμάτων (η υπόθεση ερευνήθηκε και μετά από ενδελεχή έρευνα ετέθη στο αρχείο). Σε μια ακόμα πιο εντυπωσιακή υπόθεση το 2010 ο εκλεγείς βουλευτής Phil Wollas εξέπεσε από την έδρα του και στερήθηκε τα πολιτικά του δικαιώματα για τρία χρόνια διότι το δικαστήριο (ως ειδικό εκλογοδικείο) διαπίστωσε ότι εν γνώσει του διέδωσε ψεύδη κατά την προεκλογική εκστρατεία για τον κυριότερο αντίπαλό του. Συνεχή παραδείγματα δικαστικών ελέγχων των ισχυρών υπάρχουν στη Γαλλία, τη Γερμανία, τις ΗΠΑ και αλλού.
  • Τρίτον, η θεωρία του ψευδοπλειοψηφισμού έχει μειώσει την αυτοπεποίθηση του ανεξάρτητου τύπου, αφού η λογοδοσία των πολιτικών δεν γίνεται με βάση κάποιο αντικειμενικό κώδικα τιμιότητας, ευθύτητας ή αξιοκρατίας, παρά μόνο με όρους δημοφιλίας και δημόσιας έγκρισης– ώστε οι επικριτές των πολιτικών συχνά κατηγορούνται ως «ηθικολόγοι». Οι όροι ευσυνείδητης άσκησης της δημοσιογραφίας και οι κανόνες δεοντολογίας έχουν και αυτοί υποχωρήσει.
  • Τέταρτον, η θεωρία αυτή μειώνει τα πολιτικά κόμματα αποκλειστικά σε μηχανισμούς εξουσίας χωρίς κανένα πολιτικό περιεχόμενο, κυριολεκτικά σε κοινοπραξίες εξυπηρετήσεων. Ο ρόλος του ελληνικού πελατειακού κόμματος, ιδίως ΠαΣοΚ, ΝΔ αλλά και σήμερα του ΣυΡιζΑ, είναι να ανταλλάσσει την ικανοποίηση της φιλοδοξίας των ηγετών (για θέσεις, αξιώματα, τιμές)  με την ικανοποίηση της αρπακτικότητας των μελών (για επιρροή, διορισμούς, προαγωγές ή και καταχρήσεις). Η φιλοσοφία αυτή έχει δημιουργήσει κόμματα χωρίς ιδεολογική πυξίδα, με μοναδικό κριτήριο την εκλογική απήχηση ή και απλά την πρόσκαιρη δημοφιλία (δηλαδή την αποφυγή του «πολιτικού κόστους») και συγκολλητικό υλικό μόνο την απληστία. Έτσι μπορούν να υπόσχονται τα πάντα σε όλους, χωρίς να σκανδαλίζονται τα μέλη, χωρίς εσωτερική δημοκρατία, χωρίς εκπροσώπηση μόνιμων συμμαχιών στην κοινωνία και χωρίς κατανόηση της λογοδοσίας και ευθύνης που απαιτεί ο κοινοβουλευτισμός. Γι αυτό ούτε το ΠαΣοΚ ζητά συγνώμη για τον Άκη, ούτε η ΝΔ για τον Παπαγεωργόπουλο αλλά ούτε και ο ΣυΡιζΑ για το συχνό κήρυγμα μίσους του Στάθη Παναγούλη ή άλλων βουλευτών του. Κανείς από αυτούς δεν δέχεται ότι η ευθύνη του κοινοβουλευτικού κόμματος είναι συλλογική. Το κόμμα είναι για ΠαΣοΚ, ΝΔ και Σύριζα μια κοινοπραξία φιλοδοξίας, όχι οργανωμένη συλλογικότητα που προωθεί συγκεκριμένες απόψεις για το κοινό καλό.

Πιστεύω ότι  τα θέματα αυτά είναι σήμερα μερικά από τα πιο σημαντικά για την  μεταρρύθμιση της χώρας μας. Η Ελλάδα δεν θα ξεκολλήσει από το τέλμα αν δεν αναμετρηθεί ευθέως και δημοσίως με τις νοοτροπίες αυτές. Το ελληνικό συνταγματικό δίκαιο ξεκάθαρα απορρίπτει τον ψευδο-πλειοψηφισμό διότι αυτός παρερμηνεύει την φιλοσοφία της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας. Η παράδοσή μας, αντίθετα, όπως ακριβώς και οι άλλες κοινοβουλευτικές δημοκρατίες της Ευρώπης, δίνει έμφαση στο κράτος δικαίου, στα ίσα δικαιώματα και ευκαιρίες και την διαρκή λογοδοσία και δημοσιότητα μέσα σε κοινοβουλευτικές διαδικασίες και την πάταξη της διαφθοράς από όπου και αν προέρχεται. Αλλά αυτό δεν αρκεί σήμερα. Το επιχείρημα πρέπει να βγεί πιο μπροστά στον δημόσιο λόγο. Πρέπει να εξηγήσουμε ότι το κόμμα δεν είναι μηχανισμός κατάληψης της εξουσίας αλλά αναγκαίος και κρίσιμος πολιτικός θεσμός διαμόρφωσης της κοινής γνώμης και σχεδιασμού πολιτικής στη βάση κοινών πολιτικών αρχών.

Στις σημερινές συνθήκες η ιδεολογική διαμάχη μεταξύ κοινοβουλευτισμού και ψευδο-πλειοψηφισμού έχει πάρει υπαρξιακό χαρακτήρα για την Ελλάδα. Η διατήρηση του σημερινού σκοτεινού καθεστώτος για τα οικονομικά των κομμάτων διατηρείται στο όνομα της «βούλησης της πλειοψηφίας». Η αυθαιρεσία της κομματοκρατίας στην δημόσια διοίκηση σήμερα κρύβεται πίσω από το φύλο συκής της αρχής της πλειοψηφίας. Η πλήρης έρευνα και τιμωρία των πολιτικών που διασπάθισε το δημόσιο χρήμα ενώ είναι απολύτως αναγκαία για την κάθαρση και ανανέωση της δημοκρατίας μας, συγκρούεται στο εμπόδιο της δήθεν «δημοκρατικής νομιμοποίησης». Η διατήρηση σκοτεινών συνδικαλιστικών ηγεσιών στηρίζεται σε έωλες εκλογικές διαδικασίες που δεν αντιπροσωπεύουν κανένα. Η φιλοσοφία του πλειοψηφισμού εξασφαλίζει την στασιμότητα της χώρας και την αδυναμία της να βγει από την κρίση.

Ελπίζω σύντομα  να βρεθούν στο προσκήνιο οι μεταρρυθμιστικές δυνάμεις που όχι μόνο θα μιλήσουν καθαρά για την διαφθορά και τα εγκλήματα της αρπακτικής κομματοκρατίας που κατέστρεψε τη χώρα, αλλά θα συγκρουστούν με την ίδια την στρεβλή λογική του ψευδο-πλειοψηφισμού. Μια τεράστια δουλειά που πρέπει να κάνουν οι προοδευτικές δυνάμεις της χώρας είναι να θυμήσουν στο εκλογικό σώμα ότι οι θεσμοί της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας εγγυώνται πάνω από όλα την τήρηση των συνταγματικών κανόνων της δημόσιας ζωής, κανόνων που προστατεύουν κάθε πολίτη εξίσου. Οι προοδευτικές δυνάμεις θα πρέπει να αναδείξουν τόσο με τα λόγια τους όσο και με το παράδειγμά τους την ανάγκη διαρκούς λογοδοσίας στην δημόσια ζωή, την αξία του κράτους δικαίου, την αρετή της αυστηρής δικαιοσύνης αλλά και τους διακριτούς ρόλους δικαστών, βουλής και εκτελεστικής εξουσίας. Οι δυνάμεις αυτές μπορεί να ανοίξουν στην πολιτική μας ζωή νέους ορίζοντες, ξαναβρίσκοντας το απλό και ξεκάθαρο νήμα της κοινοβουλευτικής μας παράδοσης.

* Ο Παύλος Ελευθεριάδης διδάσκει στην Νομική Σχολή του Παενπιστημίου της Οξφόρδης και σχολιάζει την επικαιρότητα στο twitter στο @PEleftheriadis

ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ:

http://news247.gr/eidiseis/gnomes/pavlos-eleftheriadis/h_filosofia_ths_diafthoras.2152603.html

Advertisements

Σχολιάστε

Συνδεθείτε για να δημοσιεύσετε το σχόλιο σας:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s