Μελαχρινή εξ΄αμελείας – Άρια Σωκράτους : Δε βρέχει καλή μου, σε φτύνει…


Η ώρα είναι 03.02 π.μ κι εγώ αντί να βρίσκομαι παραδομένη στην αγκαλιά του Μορφέα, κοντεύω να γίνω αυτοκόλλητη με τη συσκευή του τηλεφώνου.

«Φιλενάδα με παρακολουθείς; Δεν ακούω τίποτα», τσιρίζει στην άλλη άκρη της γραμμής η κολλητή μου η Σίσσυ.

«Πώς να ακούσεις, αφού δεν πρόλαβα να πω κιχ. Περιμένω να τελειώσεις την απαγγελία του μονόπρακτου του Σαίξπηρ τα τελευταία συνεχή σαρανταπέντε λεπτά και τριάντα δύο δευτερόλεπτα», απαντώ βαριεστημένα, πνίγοντας ένα χασμουρητό.

Ψάχνω εναγωνίως για ένα μανταλάκι που θα με βοηθήσει να κρατήσω τα μάτια μου ανοιχτά, αλλά τζίφος.

Η τελευταία φορά που άπλωσα μπουγάδα, χρονολογείται από την εποχή που μπήκε η χώρα στην Ευρωζώνη.

«Πού μείναμε; Α, ναι! Τον βλέπω που λες στο μπαράκι, να πίνει το ποτό του. Τον πλησιάζω για να τον χαιρετήσω και δε θα το πιστέψεις τι συνέβη», συνεχίζει απτόητη η αιτία της νεύρωσης μου.

«Τι συνέβη;» ρώτησα έτοιμη να κατεβάσω ένα κοκτέιλ Zanax, lexotanil και βαλεριάνας.

«Τα δάχτυλα του άγγιξαν την άκρη του ποτηριού μου και έκαναν νόημα στον μπάρμαν να μου φέρει ένα ποτό».

«Τι λες ρε παιδί μου; Έγινε τέτοιο κοσμοϊστορικό γεγονός;».

«Έχει και συνέχεια, φίλη. Που λες, με ρώτησε τι κάνω και η καρέκλα του ήταν μόλις επτά εκατοστά μακριά από τη δική μου».

«Τι ατυχία! Αν ήταν δύο εκατοστά λιγότερο, θα είχατε ήδη παντρευτεί στο κτήμα Νάσιουτζικ και θα ήσουν έγκυος σε δίδυμα».

«Εγώ ξέρω πως αυτός ο άντρας έχει γεννηθεί για μένα κι εσύ μπορείς να πρασινίζεις από τη ζήλια σου. Τέτοιο Θεό, δε θα δεις ούτε στα όνειρα σου».

«Προς το παρόν κιτρινίζω από την αϋπνία και δε θα δω όνειρα άμα κοιμηθώ. Αλλά εφιάλτες με δράκους, που με κυνηγάνε  να μου πουν τον πόνο τους».

«Αντιπαρέρχομαι την ειρωνεία σου και συνεχίζω. Μου φέρνει ο μπάρμαν το ποτό και στη συνέχεια έρχεται ένας φίλος του στην παρέα. Εκεί να δεις εξέλιξη. Με σύστησε ως μια πρώην συμφοιτήτρια και καλή του φίλη».

«Ε, άμα σε σύστησε και ως πρώην συμφοιτήτρια, τότε θα ζήσετε μαζί μέχρι να σας επισκεφτεί ο χάρος. Δεν το συζητώ. Προχώρα κατευθείαν στο ψητό, επειδή οι ταινίες του Αγγελόπουλου μπροστά σου μοιάζουν με τούρμπο τριών ταχυτήτων».

«…Συνεχίζω…Στο τέλος ήλθε στην παρέα και μια δίμετρη Ρωσίδα, με σαμπανιζέ μαλλί. Τον αγκάλιασε και τον φίλησε πεταχτά στα χείλη. Ένιωσα μια ορμέμφυτη ανάγκη να δω τα αχυρένια της τουφάκια σε μια φούντωση μια φλόγα, απ’ τον αναπτήρα μου».

«Το έκανες ή τζάμπα μάγκας;».

«Δεν πρόλαβα. Την πήρε ο δικός μου αγκαζέ και φύγανε».

«Ποιος δικός σου βρε βούρλο; Αφού της Ρωσίδας  τινάζει το πάπλωμα!».

«Αυτή την έχει για κρεβάτι. Με μένα πάει για σοβαρή σχέση, μη σου πω μέχρι σκαλάκια εκκλησίας θα το φτάσει. Μου το βρήκε και η Σούλα στο φλιτζάνι».

«Να προσέχεις στα σκαλάκια, μη γλιστράνε…Κλείνω. Και πού είσαι; Την επόμενη φορά που θα σου ψήσει καφέ η Σούλα, μην τον πιεις. Να λουστείς, μπας και συνέλθεις».

Εκσφενδόνισα τη συσκευή με δύναμη στον τοίχο και η διπλανή αρχίζει να με βρίζει με ωραιότατα γαλλικά νυχτιάτικα.

Είμαι σίγουρη όμως, πως αν της είχα διηγηθεί την παραπάνω συνομιλία, θα ερχόταν να συνδράμει στη διάλυση των γυάλινων και μη, περιουσιακών μου στοιχείων, προς εκτόνωσή μου.

Πώς μπορείς να εξηγήσεις στην όποια Σίσσυ τυφλωμένη από καψούρα, τη σημαντικότητα του αυτοσεβασμού και της αξιοπρέπειας, όταν αγνοεί εντελώς την ύπαρξη των εννοιών αυτών στο ελληνικό λεξιλόγιο;

Εν οίδα ότι ουδέν οίδα.

ΠΗΓΗ: eyedoll.gr

Advertisements

Σχολιάστε

Συνδεθείτε για να δημοσιεύσετε το σχόλιο σας:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s